Wed12132017

Last update07:48:59 AM GMT

Font Size

Profile

Cpanel

Σε αργία 10 τελωνειακοί στην Ήπειρο

  • PDF

ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΝΤΑΙ ΓΙΑ ΕΜΠΛΟΚΗ ΣΕ ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΥΣΙΜΩΝ

petrelaiothwrlkΠοινική δίωξη εναντίον τουλάχιστον 75 τελωνειακών από 23 συνολικά τελωνεία της χώρας για εμπλοκή σε λαθρεμπόριο καυσίμων άσκησε προ μερικών ημερών η Εισαγγελία Πειραιά.

Πρόκειται για έναν πρωτοφανή αριθμό κατηγορουμένων κρατικών υπαλλήλων για υπόθεση διαφθοράς. Μάλιστα κάποια μικρά τελωνεία όπως στην περιοχή της Πελοποννήσου αναμένεται να κλείσουν.

Εκτός υπηρεσίας ως εμπλεκόμενοι στην υπόθεση βρίσκονται από 15 Σεπτέμβρη οκτώ τελωνειακοί της Ηγουμενίτσας, δύο της Πρέβεζας, αλλά και δύο της Λευκάδας για μια υπόθεση που ξεκινά από το 2014.

Σύμφωνα με πληροφορίες, έναυσμα αυτής της έρευνας ήταν η εξάρθρωση στις 18 Φεβρουαρίου 2014, ύστερα από έρευνα της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Δυτικής Αττικής, κυκλώματος λαθρεμπορίας καυσίμων με τη συμμετοχή 15 ατόμων αλλά και την προσαγωγή άλλων 30.

Ανάμεσα στους κατηγορουμένους ήταν γνωστός επιχειρηματίας στον χώρο των καυσίμων και δύο σημαντικοί κρατικοί υπάλληλοι στο υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας και στο Τελωνείο Πειραιά.

Όπως είχε προκύψει από τις αστυνομικές έρευνες, οι κατηγορούμενοι είχαν διαθέσει παράνομα στο εμπόριο την τελευταία διετία περίπου 4.500.000 λίτρα πετρέλαιο ναυτιλίας, ενώ οι διαφυγόντες δασμοί και φόροι ξεπερνούν τα 3.500.000 ευρώ.

Κατασχέθηκαν 8.000 λίτρα ναυτιλιακού καυσίμου (marine mazut), πέντε βυτιοφόρα οχήματα μεταφοράς καυσίμων και 18.400 ευρώ.

Στα έγγραφα που είχε παρουσιάσει τότε η ΕΛ.ΑΣ. μνημονευόταν ότι «όπως προέκυψε από την έρευνα, αρχικά οι οδηγοί βυτιοφόρων – υπάλληλοι της εταιρείας κατά τη μετάβασή τους στα σημεία ελλιμενισμού διαφόρων πλοίων ανά την επικράτεια (πλοία της ακτοπλοΐας, επαγγελματικά και ποντοπόρα) δεν παρέδιδαν ολόκληρη την ποσότητα του πετρελαίου η οποία αναγραφόταν στα παραστατικά.

Ακολούθως, το υπόλοιπο του πετρελαίου το επέστρεφαν στην εταιρεία και στη συνέχεια οι «εγκέφαλοι» το διέθεταν εκ νέου στο εμπόριο, μέσω «συνεργαζόμενων» πρατηρίων υγρών καυσίμων, ενώ σε πολλές περιπτώσεις το επαναδιέθεταν αυτούσιο στους πλοιοκτήτες. Μερικές φορές τμήμα των καυσίμων παρακρατούσαν και οι οδηγοί των βυτιοφόρων για ίδιον όφελος.

Και αυτό ακριβώς το σημείο της έρευνας της ΕΛ.ΑΣ. αποτέλεσε τη βάση για την άσκηση ποινικών διώξεων εναντίον των στελεχών των τελωνείων. Οι αστυνομικοί είχαν κατασχέσει τότε παραστατικά και χειρόγραφες σημειώσεις που βρέθηκαν στην κατοχή των οδηγών των βυτιοφόρων, ενώ συγκέντρωσαν στοιχεία από παρακολουθήσεις συνομιλιών των συγκεκριμένων ατόμων.

Σύμφωνα με δικαστικούς λειτουργούς, από αυτές τις σημειώσεις προέκυπταν στοιχεία για «παρακράτηση» μεγάλων φορτίων καυσίμων που θα έπρεπε να είχαν παραδοθεί σε 490 συνολικά πλοία, διαφόρων τύπων. Όπως και ότι οι υπεύθυνοι δεκάδων τελωνείων στην Αττική, στη Στερεά Ελλάδα, στην Πελοπόννησο και αλλού τους υποβοηθούσαν σε αυτή την παράνομη ενέργεια. Μάλιστα υπήρξε και επίκληση μαγνητοφωνημένων διαλόγων μελών του κυκλώματος που μιλούσαν για τη βοήθεια που τους προσέφεραν σε αυτή την παράνομη ενέργεια ορισμένοι υπάλληλοι.

Έτσι 120 τελωνειακοί υπάλληλοι βρέθηκαν να κατηγορούνται για εμπλοκή τους σε κύκλωμα λαθρεμπορίας καυσίμων, καθώς φέρεται να χορηγούσαν ψευδείς βεβαιώσεις για τις ποσότητες του καυσίμου που μετέφεραν τα δύο βυτία.

Στο σύνολό τους αρχικά οι κατηγορούμενοι είχαν απαλλαγεί από την Εισαγγελία Πρωτοδικών που ερεύνησε την υπόθεση, όμως τελικά οι 75 απ' αυτούς βρέθηκαν ξανά κατηγορούμενοι από την Εισαγγελία Εφετών που άνοιξε εκ νέου το φάκελο.

Εξ αιτίας της δίωξης που τους ασκήθηκε, οδηγήθηκαν στην διαθεσιμότητα. Η δίκη αναμένεται να γίνει τον προσεχή Νοέμβριο.

Από το χώρο των συνδικαλιστικών ενώσεων των Τελωνειακών, η απόφαση χαρακτηρίζεται «άδικη και υπερβολική» και εκφράζεται η βεβαιότητα ότι θα αθωωθούν μετά την ακροαματική διαδικασία.

Τελωνειακοί σημείωναν ότι «η κατηγορία περί συνέργειας στη λαθρεμπορία από τελωνειακούς δεν ευσταθεί, τουλάχιστον στις περισσότερες περιπτώσεις. Και αυτό γιατί κανένας από τους υπευθύνους των πλοίων-παραληπτών καυσίμων που κατέθεσαν σχετικά δεν ανέφερε ότι τους έδωσαν λιγότερα καύσιμα από τα προβλεπόμενα.

Όλοι μίλησαν για κανονικές συναλλαγές, και αυτό φαινόταν από τα επίσημα παραστατικά. Επιπλέον και οι οδηγοί των βυτιοφόρων στις καταθέσεις τους ανέφεραν ότι οι ποσότητες καυσίμων που φαίνονται στις σημειώσεις τους σαν παρακρατηθείσες είναι αυτές που τοποθετούνταν συμμετρικά στο πλοίο για να μην υπάρχει πρόβλημα στη φόρτωση.

Και αυτό αφορούσαν οι σχετικές αναγραφές τους και όχι υπολειπόμενα καύσιμα. Εξάλλου πώς μπορεί κάποιος να φανταστεί ότι υπήρξε τέτοια άμεση «βοήθεια» των τελωνειακών στο κύκλωμα; Και αυτό γιατί τα βυτιοφόρα είχαν πάει στα περισσότερα από αυτά τα τελωνεία μία-δύο φορές. Και έτσι δεν μπορεί να εξηγηθεί ότι δημιουργήθηκαν τόσο σύντομα δεσμοί «διαφθοράς» και ύποπτες συνεννοήσεις».