Tue06272017

Last update04:31:18 AM GMT

Font Size

Profile

Cpanel

Ελένη Γιαννακάκη Η «εσωτερική» λογοτεχνική φωνή

  • PDF

eleni giannakaki2Έχουν περάσει ήδη τέσσερα χρόνια από το τελευταίο σας μυθιστόρημα «Σναφ». Γράφετε αυτή την περίοδο κάποιο καινούργιο λογοτεχνικό έργο; Μπορείτε να μας δώσετε μια μικρή πρόγευση για το τι θα αφορά;

Το κακό (ή και το καλό) με μένα είναι πως δεν γράφω διαρκώς. Έχω πάντα την ανάγκη ενός διαλείμματος ανάμεσα στα μυθιστορήματά μου, όχι τόσο για να αποτοξινωθώ απ' την ατμόσφαιρα αυτού που μόλις τελείωσε όσο για να σκεφθώ ψύχραιμα και από απόσταση τι πήγε καλά και τι δεν πήγε, να διαβάσω κριτικές και ν' ακούσω σχόλια για να αποφασίσω τι θα κάνω μετά.

Η συγγραφή ενός μυθιστορήματος είναι κάθε φορά μια παρένθεση στη ζωή μου, που ανοίγει και κλείνει και στα ενδιάμεσα κάνω άσχετα πράγματα, σημαντικά ή συνήθως ασήμαντα, καθημερινά και τετριμμένα όπως όλος ο υπόλοιπος κόσμος που δεν γράφει, όπως για παράδειγμα να διαβάσω, να ασχοληθώ αποκλειστικά με την οικογένειά μου, να βλέπω πιο συχνά τους φίλους μου ή και να τεμπελιάζω. Ναι, δουλεύω ένα καινούργιο βιβλίο το οποίο επικεντρώνεται στη γεροντική ηλικία αλλά δεν θέλω να πω τίποτα περισσότερο γι' αυτό εδώ.

Η πιο πρόσφατη συγγραφική σας εμφάνιση είναι με το διήγημα «Αγίου Νικολάου και Καραϊσκάκη γωνία» το οποίο περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων που αφορούν την ελληνική κρίση με τίτλο «Το αποτύπωμα της κρίσης» (εκδόσεις Μεταίχμιο). Η οικονομική εξαθλίωσε έφερε στο προσκήνιο με τον πιο βίαιο τρόπο διαχρονικές παθογένειες της Ελλάδας και αποκάλυψε ένα αποκρουστικό προσωπείο μιας κοινωνίας που είχε μάθει επιμελώς να το κρύβει κάτω από την επίπλαστη ευτυχία. Υπάρξει διέξοδος από αυτή την ολική κρίση που ζούμε;

Η διέξοδος, αν υπάρξει, δεν θα είναι οικονομικής φύσης, όπως κι ούτε η κρίση ήταν. Ακόμη κι αν βελτιωθούν οι δείκτες, η ανάκαμψη θα είναι προσωρινή και αργά ή γρήγορα θα ξαναβυθιστούμε στο τέλμα εφόσον δεν αποκατασταθούν οι θεσμοί στην ελληνική κοινωνία. Κάτι βλέπω πως πάει ν' αλλάξει αυτή τη στιγμή και θέλω να πιστεύω πως δεν θα ξαναγυρίσουμε στις παλιές μας δοκιμασμένες «συνήθειες» αν και όταν η οικονομία πάρει τα πάνω της.

Επιλέγετε να μιλάτε για τον σύγχρονο, καθημερινό άνθρωπο που παλεύει με τους δαίμονές του: εσωτερικούς και εξωτερικούς. Στο «Χερουβείμ της μοκέτας» η ηρωίδα είναι εγκλωβισμένη ανάμεσα στην οικογένεια, σε μια καριέρα που δεν έγινε ενώ μονίμως υποκρίνεται. Είναι, τελικά, το αίσθημα του ανικανοποίητου η μόνιμη «ασθένεια» της σύγχρονης γυναίκας;

Δυστυχώς το ανικανοποίητο είναι σύνδρομο της εποχής μας και δεν μιλάω ούτε μόνο για την Ελλάδα ούτε μόνο για περιόδους κρίσης. Βομβαρδιζόμαστε από πληροφορίες στις οποίες είκοσι χρόνια πριν όλοι εμείς οι μη ειδικοί δεν θα είχαμε πρόσβαση, από μηνύματα για ένα ιδεατό λαιφστάιλ, από συνταγές επιτυχίας στη ζωή, επαγγελματικής και προσωπικής, που αν δεν έχεις ένα υπερπλήρες απόθεμα αυτοεκτίμησης πολύ εύκολα μπορεί να νιώσεις αποτυχημένος. Δεν έκανα ένα φεμινιστικό μυθιστόρημα με τα Χερουβείμ ή τουλάχιστον δεν ήταν στις προθέσεις μου. Αυτό που θέλησα να φωτίσω είναι κάποιες παθογένειες της οικογένειας και εδώ της ελληνικής, δεδομένου ότι κάθε κουλτούρα δημιουργεί τις δικές της. Και η ελληνική οικογένεια, όπως και η ελληνίδα μέσα σ' αυτήν, είναι θύματα αυτής της συγκεκριμένης ελληνικής κουλτούρας που καλλιεργεί τον αθέμιτο ανταγωνισμό και την τομαρίστικη λογική.

Η Μαρία, βασική πρωταγωνίστρια του έργου «Χερουβείμ της μοκέτας», επιμένει σε μια επιφανειακή καθαριότητα ενώ ταυτόχρονα η ψυχή της είναι γεμάτη μικρόβια που την κατατρώγουν. Ταυτόχρονα, έχει τη δύναμη να αποστασιοποιείται από την πραγματικότητα και να επικεντρώνεται σε ό,τι την εξυπηρετεί. Ουσιαστικά, διαστρεβλώνει την πραγματικότητα και εξηγεί τα πάντα υπό το πρίσμα της ιδιοτέλειας. Νομίζω ότι με τον τρόπο αυτό αγγίζετε την αιτία της παρακμής που βιώνουμε. Από την άλλη, η δύναμη της λογοτεχνίας είναι ακριβώς αυτή: να οδηγεί τον αναγνώστη πιο κοντά στην αυτογνωσία. Τόσο οι ήρωές σας όσο και το ύφος που κυρίως επιλέγετε - εσωτερικός μονόλογος - δείχνουν αυτή τη δύσβατη πορεία προς την αυτογνωσία. Είναι αυτό το γενικό σχέδιο στα έργα σας; Εκεί κινείται το μυθοπλαστικό σας σύμπαν;

Απλώς την αγγίζω γιατί η κρίση, όπως είπα και πριν, αφορά πάρα πολλές όψεις της κοινωνικής ζωής. Ναι, από αυτήν την άποψη η Μαρία εκπροσωπεί αυτήν την μικροαστική λογική πάνω στην οποία βασίστηκε η μεταπολιτευτική Ελλάδα: το προσωπικό συμφέρον με κάθε μέσο ενάντια στο συμφέρον του συνόλου και συχνά ενάντια σε στοιχειώδη δικαιώματα του άλλου, όπως είναι ακόμη και το δικαίωμα στη ζωή. Στην Κρήτη έχουμε μια φράση «Απού μπορεί κι απάνω του». Κάπως έτσι συνοψίζεται η κουλτούρα των τελευταίων δεκαετιών στην Ελλάδα και κυρίως γύρω και μετά το 1999 – εν ολίγοις ο νόμος της ζούγκλας. Σε σχέση με το μυθοπλαστικό μου σύμπαν (αν υπάρχει), η αυτογνωσία είναι σίγουρα μέσα στις επιδιώξεις μου, αν και όχι το μόνο στο οποίο αποσκοπώ όταν γράφω. Ναι, προσπαθώ μέσα από την εμβάθυνση στην ψυχολογία των ηρώων μου να καταλάβω την ανθρώπινη φύση και συνεπώς και μέχρι ενός σημείου τον εαυτό μου. Απ' την άλλη, δεδομένου ότι οι ήρωές μου δεν είμαι εγώ, η κατανόηση της ψυχολογίας τους και της συμπεριφοράς τους δεν συνεπάγεται απαραίτητα και τη δική μου αυτογνωσία. Παράλληλα, αυτό που κάνω, προσπαθώ να το κάνω όσο πιο επαρκώς γίνεται από αισθητική άποψη, τουλάχιστον σύμφωνα με τα δικά μου κριτήρια, γιατί μετά δεν θα μιλούσαμε για λογοτεχνία, αλλά για κοινωνιολογία, ψυχολογία ή και ψυχιατρική.

Το πιο πρόσφατο βιβλίο σας «Σναφ» είναι ένα σκληρό μυθιστόρημα καθώς ο ήρωάς του είναι εθισμένος στη βία. Σκληρή και αδυσώπητη είναι και η εποχή μας καθώς από τα Μέσα Ενημέρωσης προβάλλεται καθημερινά η λεκτική, σωματική και κάθε είδους βία. Υιοθετείτε τη στάση «πολέμα τη φωτιά με τη φωτιά» με την έννοια ότι η τέχνη (λογοτεχνία, κινηματογράφος κ.ά.) ενσωματώνοντας βίαιο περιεχόμενο μπορεί εντέλει να αφυπνίσει συνειδήσεις; Ποια είναι η ανταπόκριση που λάβατε από το αναγνωστικό κοινό για την επιλογή σας αυτή;

Ναι καταλαβαίνω που το πάτε. Υπάρχει όμως μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην βία της τέχνης, και δη του γραπτού λόγου, και στη βία των μέσων ενημέρωσης. Κατ' αρχάς, η βία στην τέχνη, αν υπάρχει, αποτελεί μέρος ενός αυτοδύναμου αφηγηματικού πλαισίου με αίτια, αιτιατά και προσομοίωση συναισθημάτων, εξ' αιτίας του οποίου ένας αναγνώστης με ανάλογη (ελληνική ή απλώς δυτική) κουλτούρα και κώδικα αξιών μπορεί να διακρίνει το καλό απ' το κακό κι απ' το σκιώδες. Πόσο μάλλον που η αμεσότητα και η τελεσίδικη επιλογή και επιβολή της εικόνας, όπως αυτή υφίσταται στον κινηματογράφο και στα σήριαλ, δεν υπάρχει στην πεζογραφία, όπου ο κάθε αναγνώστης καλείται να δημιουργήσει διαβάζοντας τις δικές του προσωπικές εικόνες. Η μεγάλη διαφορά όμως βρίσκεται στην περίπτωση των ΜΜΕ όπου εδώ η εικόνα της βίας είναι ανεπεξέργαστη, ξεκομμένη από ηθικά και άλλα συμφραζόμενα, παρουσιάζεται δε ως αληθινή, άμεση, προσβάσιμη στον καθένα, είτε ως θέαμα είτε ως πράξη, και τελικά φυσιολογική και «νόμιμη». Δεδομένων όλων αυτών λοιπόν νομίζω πως ο αναγνώστης του Σναφ εύκολα μπορεί να αντιληφθεί αν η βία (σκόπιμα διογκωμένη στο επίπεδο του γκροτέσκο) είναι καταγγελτική ή δοξαστική! Όσο για το αναγνωστικό μου κοινό, νομίζω πως η ανταπόκριση ήταν η αναμενόμενη: οι πιο πολλοί μπόρεσαν να δουν το βαθύτερο πνεύμα του βιβλίου χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως δεν υπήρξαν και κάποιοι που «ζορίστηκαν» με συγκεκριμένες σελίδες.

Snuff: είναι μια ταινία στην οποία παρακολουθούμε μια πραγματική δολοφονία, η οποία εκτελείται με σκοπό την κινηματογραφική της καταγραφή και τη συνακόλουθη εμπορική της εκμετάλλευση. Ο Μανούσος, ο πρωταγωνιστής του «Σναφ» αποτυπώνει έναν άνθρωπο που έχει εθιστεί στην εικόνα όντας γέννημα-θρέμμα των «ριάλιτι» παιχνιδιών. Επίσης, βιώνει «εικονικά» την πραγματικότητα καθώς γι' αυτόν όπως και για πολλούς ακόμα η πραγματικότητα είναι μια απλή καταγραφή απογυμνωμένη από συναισθήματα. Υπάρχει αντίδοτο σ' αυτή τη ζοφερή κατάσταση που απειλεί κυρίως τον πιο κρίσιμο κρίκο της κοινωνίας μας, τη νέα ψηφιακή γενιά;

Δεν γράφω για να προσφέρω λύσεις απλώς για να εγείρω ερωτήματα. Τις λύσεις θα τις προτείνουν οι ειδικοί. Και εννοείται πως το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό άρα δεν μπορεί να λυθεί σε τοπικό επίπεδο. Ειλικρινά δεν ξέρω πως το ποτάμι θα μπορούσε να γυρίσει πίσω αφού η εικονική πραγματικότητα είναι η πιο εύκολη και μαζικά προσιτή διέξοδος για εκατομμύρια ανθρώπους στον πλανήτη. Ακόμη κι αν γυρίσει πίσω δεν σημαίνει ότι θα ακολουθήσει την ήδη χαραγμένη κοίτη του και δεν θα ξεστρατίσει ριζικά. Κάποια χειροπιαστά αποτελέσματα αυτής της εκτροπής τα βλέπουμε ήδη στις δυτικές κοινωνίες: παιδιά εγγράμματα και καλοταϊσμένα, εθισμένα στην εικονική βία του καναπέ, φεύγουν στη Μέση Ανατολή για να πολεμήσουν ή να κυοφορήσουν μαχητές στο όνομα μιας ουτοπίας, η οποία πιστεύουν πως θα τους προσφέρει νόημα στη ζωή τους και διέξοδο απ' τα αδιέξοδα, που τους έχουν δημιουργήσει οι δυτικές ατομοκεντρικές κοινωνίες. Κάπου μισόν αιώνα μετά, τα παιδιά των λουλουδιών φαίνεται να παραχωρούν τη θέση τους στα παιδιά της τζιχάντ, που πρεσβεύουν βία και ολοκληρωτισμό αντί για αγάπη και ελευθερία.

Είστε μια λογοτεχνική φωνή με ιδιαίτερο ύφος και προσωπικό στίγμα. Ο εσωτερικός μονόλογος αποτελεί για σας μια βασική αφηγηματική επιλογή. Θεωρείτε ότι η επιλογή αυτή μπορεί να κερδίσει τον μέσο Έλληνα αναγνώστη που έχει μάλλον συνηθίσει στα εύκολα, ανάλαφρα και τετριμμένα μοτίβα της «συναισθηματικής» λογοτεχνίας;

Ο εσωτερικός μονόλογος δεν είναι κάτι καινούργιο στην ελληνική λογοτεχνία, άρα φαντάζομαι πως δεν ξενίζει πια τον Έλληνα αναγνώστη. Απ' την άλλη, δεν κάνω ευπώλητα και ούτε γράφω για να κάνω ευπώλητα – αν αυτός ήταν ο σκοπός μου θα είχα μέχρι τώρα διαλέξει άλλες αφηγηματικές τεχνικές και άλλες θεματικές. Δεν εννοώ ότι δεν μ' ενδιαφέρουν οι πωλήσεις, αλλά οι πωλήσεις από μόνες τους δεν είναι λόγος να κάνω εκπτώσεις στο ύφος και στα θέματά μου.

Έχετε διδάξει νέα ελληνική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Σε μια εποχή που κυριαρχεί η τεχνοκρατική αντίληψη υπάρχει θέση για τις ανθρωπιστικές σπουδές και ιδίως για τη μελέτη της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας;

Ο χώρος των ανθρωπιστικών σπουδών συρρικνώνεται αλλά πάντα ευτυχώς θα υπάρχουν άνθρωποι που είτε θα έχουν ενδιαφέρον σ' αυτές είτε αυτό είναι που μπορούν να μελετήσουν καλύτερα είτε και τα δύο. Παράλληλα, η νεοελληνική δεν παύει να είναι μια από τις ευρωπαϊκές λογοτεχνίες και γλώσσες κι αυτό της προσδίδει κύρος. Ας μην ξεχνάμε όμως πως πολλά απ' τα παιδιά που σπουδάζουν και νεοελληνικά (μαζί με κάποια άλλη γλώσσα ή θεωρητική ειδικότητα) στην Οξφόρδη δεν θα ασχοληθούν ποτέ επαγγελματικά μ' αυτά, καθώς απλώς χρησιμοποιούν το κύρος ενός πτυχίου απ' την Οξφόρδη (που μέχρι ενός σημείου αποτελεί διαβατήριο για επαγγελματική αποκατάσταση ανεξαρτήτως του αντικειμένου) για να εργασθούν σε άλλους τομείς, όπως στην επικοινωνία, στην δικηγορία ή ακόμη και στον χρηματοοικονομικό τομέα, μετά τη σχετική μετεκπαίδευση φυσικά.

Γνωρίζουν οι Βρετανοί σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες;

Δεν νομίζω. Γνωρίζουν μόνο τον Καζαντζάκη και τον Καβάφη αλλά κι οι δυο τους δεν είναι σύγχρονοι. Φυσικά υπάρχουν και αυτοί οι λίγοι, κυρίως λόγιοι, οι οποίοι έχουν συγκεκριμένο ενδιαφέρον για την ελληνική λογοτεχνία και κουλτούρα και οι οποίοι μπορεί να γνωρίζουν και κάποιους άλλους μεταφρασμένους ή μη, εφόσον γνωρίζουν και τη γλώσσα.

Γιατί πιστεύετε ότι η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία δεν έχει ιδιαίτερη απήχηση στο εξωτερικό;

Έχουν επανειλημμένα μιλήσει γι' αυτό το θέμα πάρα πολλοί άλλοι οι οποίοι ίσως είναι πιο ειδικοί από μένα. Εν πάσει περιπτώσει, θεωρώ πως η ελληνική λογοτεχνία δεν έχει κάνει τις τελευταίες δεκαετίες ένα μεταφραστικό πέταγμα, παρότι κάπου κάπου όλο και κάποιο έργο βγαίνει προς τα έξω, ώστε να δημιουργηθεί κάποια παράδοση που δυνητικά θα συμπαρασύρει ένα μεγάλο μέρος της πεζογραφίας, όπως για παράδειγμα έγινε με την ισπανόφωνη, αλλά και με την Τουρκική λογοτεχνία για να μην πάμε μακριά. Ειδικά στην αγγλόφωνη λογοτεχνία, η οποία είναι μέχρις ενός σημείου αυτάρκης και το μερίδιο των μεταφρασμένων βιβλίων στην αγορά είναι υπερβολικά μικρό, θα χρειαζόταν μια τέτοιου είδους αρχή ώστε οι εκδότες να αρχίσουν να διαβάζουν ελληνικά βιβλία συστηματικά και ακολούθως να μεταφράζουν και να εκδίδουν κάποια απ' αυτά.

Τα παιδιά στη χώρα μας διδάσκονται συστηματικά λογοτεχνία στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Παρόλα αυτά απέχουν κατά πολύ από το να θεωρηθούν συστηματικοί αναγνώστες για να μην πούμε ότι μάλλον αποστρέφονται τη λογοτεχνία και ευρύτερα την ανάγνωση. Πώς θα μπορούσε ν' αλλάξει αυτό;

Δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο αυτό. Και στη Βρετανία τα παιδιά διδάσκονται συστηματικά λογοτεχνία, αλλά αυτό δεν συνεπάγεται αυτομάτως συστηματικούς αναγνώστες, κυρίως στην νέα γενιά, παρότι οι Βρετανοί κάθε ηλικίας διαβάζουν πολύ περισσότερο απ' ότι οι Έλληνες. Τα σημερινά παιδιά έχουν άλλες πολύ πιο εύκολες διεξόδους και τρόπους να περάσουν τον ελεύθερο χρόνο τους απ' ότι είχε η προηγούμενη γενιά και φυσικά όλες οι άλλες πιο πίσω. Δεν έχω εύκολες λύσεις, κι αν είχα θα τις είχα ήδη εφαρμόσει και στα παιδιά μου που παρομοίως διαβάζουν ελάχιστα. Ίσως το ηλεκτρονικό βιβλίο να είναι μια μέση οδός μύησης στην ανάγνωση γι' αυτή την μονίμως καλωδιωμένη γενιά. Δεν μπορώ να σκεφθώ τίποτα άλλο.

Έχετε μεταφράσει τον Ντον ΝτεΛίλλο «Σημείο Ωμέγα» (εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας) ενώ σύντομα κυκλοφορεί και η συλλογή διηγημάτων «Εσμεράλντα» του ίδιου συγγραφέα. Τι είναι αυτό που σας προσελκύει στον ΝτεΛίλλο;

Ο τρόπος που χειρίζεται τη γλώσσα, η επίπονη επιλογή της κάθε λέξης που θα πρέπει να δένει με τον εσωτερικό ρυθμό της πρότασης. Επίσης με ελκύουν οι ήρωές του: αντιηρωικοί, ανασφαλείς και αλλοτριωμένοι

Καταπιάνεστε με σύγχρονα και απαιτητικά θέματα. Ποιο θέμα σας απασχολεί τον τελευταίο καιρό;

Όπως σας είπα και πριν, τελευταία με απασχολεί η γεροντική ηλικία και πιο συγκεκριμένα πως αντιμετωπίζονται οι ηλικιωμένοι σε μια κοινωνία η οποία εμμονικά πλειοδοτεί τα νιάτα και την ανάλογη αισθητική τους.

* Η συνέντευξη και οι φωτογραφίες αποτελούν αναδημοσίευση από το διαδικτυακό περιοδικό Literature.gr

Η Ελένη Γιαννακάκη (γενν. 1955) είναι νεοελληνίστρια, απόφοιτος του King's College, Λονδίνο, και έχει διδάξει νεοελληνική φιλολογία στα Πανεπιστήμια της Κρήτης (1991-1993) και της Οξφόρδης (1997-2011). Είναι επίσης μυθιστοριογράφος. Το τελευταίο της μυθιστόρημα, Σναφ, κυκλοφόρησε το 2010 από την Εστία.