ΣΤΑ ΙΔΙΑ ΕΠΙΠΕΔΑ TA ΓΙΑΝΝΕΝΑ ΚΑΙ H ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΗΣ ΚΙΝΑΣ
Ως παράδειγμα χρησιμοποίησε ο καθηγητής Νίκος Μιχαλόπουλος, διευθυντής του Ινστιτούτου Ερευνών και Βιώσιμης Ανάπτυξης στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών και συντονιστής της ερευνητικής ομάδας ΠΑΝΑΚΕΙΑ τα Γιάννενα προκειμένου να αναδείξει το πρόβλημα της ατμοσφαιρικής ρύπανσης που επικρατεί στην περιοχή μας τους χειμερινούς μήνες.
Ο καθηγητής έφερε ως παράδειγμα την πόλη των Ιωαννίνων, όπου τον χειμώνα το επίπεδο ατμοσφαιρική ρύπανσης έχει φτάσει στο επίπεδο του Πεκίνου.
«Τόσο το ανάγλυφο της περιοχής όσο και η αυξημένη υγρασία αλλά και υπέρογκη καύση ξύλου έχουν ως αποτέλεσμα στα Γιάννενα οι τιμές των μικροσωματιδίων στην ατμόσφαιρα να έχουν φτάσει από τα 120(μg/m³) μέχρι και τα 200, δηλαδή ίδιες τιμές με αυτές που καταγράφονται στο Πεκίνο. Εν αντιθέσει, το καλοκαίρι οι τιμές αυτές φτάνουν τα 7 (μg/m³)», τονίζει.
Οι περιοχές στην Ελλάδα πάντως με τον πιο καθαρό αέρα είναι και οι πιο προφανείς, καθώς εντός των κατευθυντήριων του ΠΟΥ βρίσκονται κάποιες μέρες του χρόνου η Κρήτη, οι Κυκλάδες και ο Εβρος. Οι υψηλότερες τιμές -έως και τέσσερις φορές πάνω από τα 5 (μg/m³)- στη χώρα εντοπίζονται στην Αττική. Ειδικότερα για τη χρονική περίοδο 1/1-20/8/2023 η περιοχή με την υψηλότερη συγκέντρωση μικροσωματιδίων PM2,5 ήταν ο Δυτικός Τομέας Αθηνών όπου το κοντέρ έφτασε μέχρι και 20,7 (μg/m³).
Στην Ελλάδα το καλοκαίρι μας «σώζουν» τα μελτέμια
Όσον αφορά την Ελλάδα, οι μετρήσεις του ερευνητικού δικτύου «ΠΑΝΑΚΕΙΑ» δείχνουν πως οι τιμές που σημειώνονται την καλοκαιρινή περίοδο είναι κατά μέσο όρο καλύτερες απ΄ ό,τι ήταν πριν από περίπου 20 χρόνια. Φαίνεται πως βασικό ρόλο σε αυτό παίζουν τα μελτέμια «καθαρίζοντας» την ατμόσφαιρα.
«Πριν 20 χρόνια η συγκέντρωση μικροσωματιδίων πάνω από τη χώρα μας τους καλοκαιρινούς μήνες ήταν κατά μέσο όρο 20-25 (μg/m³), ενώ ερχόμενοι στο σήμερα η τιμή αυτή έχει πέσει στα 10 (μg/m³)», αναφέρει ο κ. Μιχαλόπουλος προσθέτοντας πως τα 2/3 των μικροσωματιδίων το καλοκαίρι είναι από μεταφερόμενη ρύπανση άλλων χωρών και το υπόλοιπο 1/3 προέρχεται από την τοπική ρύπανση.
Οι τιμές της ρύπανσης αλλάζουν άρδην τον χειμώνα κυρίως εξαιτίας της οικιακής θέρμανσης και –όπως προαναφέρθηκε– αυξάνονται και πάλι κατακόρυφα στις mega-fires του καλοκαιριού.
«Το 2021 και το 2022 το νέφος στην Αθήνα έφτασε κατά μέσο όρο τα 40-50 (μg/m³) τον χειμώνα. Με άλλα λόγια, σε καθημερινή βάση η τοπική ρύπανση ήταν κατά 4-5 φορές αυξημένη σε σχέση με την περίοδο του καλοκαιριού που δεν βρίσκονταν σε εξέλιξη φωτιές, ενώ τα επίπεδα της μεταφερόμενης ρύπανσης από άλλες χώρες ήταν αισθητά μειωμένα».
«Αν επιθυμούμε να “πιάσουμε” τα όρια του ΠΟΥ, τότε είναι σίγουρο πως αυτό δεν μπορεί να γίνει με τη χρήση συμβατικών καυσίμων. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειες δεν θα εξαφανίσουν το πρόβλημα αλλά θα το μειώσουν αισθητά», σημειώνει ο κ. Μιχαλόπουλος προσθέτοντας όμως πως το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η κλιματική κρίση.
«Είναι σύνηθες τα επίπεδα μικροσωματιδίων να αυξάνονται τον χειμώνα εξαιτίας της οικιακής θέρμανσης και κυρίως της καύσης ξύλου. Ωστόσο, εξαιτίας της κλιματικής κρίσης που έχει ως συνέπεια την εκδήλωση περισσότερων και ισχυρότερων πυρκαγιών το καλοκαίρι, πολύ φοβάμαι πως τα επίπεδα μικροσωματιδίων δεν θα μειώνονται πλέον το καλοκαίρι, όπως συνηθιζόταν. Σκεφτείτε, φέτος το καλοκαίρι επί έναν ολόκληρο μήνα είχαμε τα ίδια επίπεδα ρύπανσης με τον χειμώνα» εξηγεί.













