ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕΡΟΠΗΣ ΤΖΟΥΦΗ
Τα δύσκολα χρόνια της πανδημίας θύμισαν σε όλους τους Έλληνες τους λόγους που η χώρα μας οφείλει όχι μόνο να διατηρήσει, αλλά να ενισχύσει το Εθνικό Δημόσιο Σύστημα Υγείας.
Η βουλευτής Ιωαννίνων του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. και αναπληρώτρια τομεάρχης Παιδείας, Μερόπη Τζούφη, παραχώρησε μια θεματική συνέντευξη για τον τομέα της υγείας και της ασφάλισης στους «Ν.Α», τονίζοντας τόσο τις ξεκάθαρες προθέσεις του Κ. Μητσοτάκη και της κυβέρνησης της Ν.Δ. να ιδιωτικοποιήσει μεγάλο κομμάτι της υγείας, όσο και το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. για την περαιτέρω ενίσχυση του δημόσιου χαρακτήρα της.
Αναλυτικά η συνέντευξη έχει ως εξής:
Το προηγούμενο διάστημα, ειδικά την περίοδο της πανδημίας, όλοι οι Έλληνες διαπίστωσαν την ανάγκη ύπαρξης ενός ισχυρού Εθνικού Συστήματος Υγείας. Τέσσερα χρόνια κυβέρνησης Μητσοτάκη θεωρείτε ότι έγιναν βήματα σε αυτή την κατεύθυνση;
Πρόκειται για μια κρίσιμη διαπίστωση που προέκυψε λόγω του καταλυτικού ρόλου που έπαιξε το ΕΣΥ κατά τη διάρκεια της υγειονομικής κρίσης. Μόνον η κυβέρνηση Μητσοτάκη δε διδάχτηκε τίποτα από την πανδημία. Αντίθετα, έλαβε αποφάσεις που αποδιοργάνωσαν το δημόσιο σύστημα υγείας, εξουθένωσαν το προσωπικό και οδήγησαν τη χώρα σε θλιβερές επιδημιολογικές επιδόσεις (36.600 θάνατοι έως σήμερα και 14η χειρότερη επίδοση στον κόσμο ανά εκατομμύριο κατοίκων).
Η ΝΔ δεν έκρυψε ποτέ την πρόθεσή της να ιδιωτικοποιήσει άμεσα ή έμμεσα το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Μάλιστα το είχε διατυπώσει με σαφήνεια στο πρόγραμμά της για τις εκλογές του 2019. Ωστόσο η πανδημία την ανάγκασε να καθυστερήσει τις προεκλογικές της «δεσμεύσεις». Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ως κόμμα στάθηκε διαχρονικά απέναντι στο ΕΣΥ και το δημόσιο χαρακτήρα του, καταψηφίζοντας το θεμελιώδη νόμο του 1983. Μια δεκαετία αργότερα, το 1993, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης προσπάθησε εκ νέου να συρρικνώσει τη δημόσια υγεία – ανεπιτυχώς.
Σήμερα, ένας ακόμα Μητσοτάκης και μια ιδεολογικά τυφλωμένη ΝΔ συνεχίζουν με τα ίδια επιχειρήματα. Αν και η πανδημία έκανε όλον τον πλανήτη να αναθεωρήσει τις νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες για το ρόλο των δημόσιων συστημάτων υγείας, η υποχρηματοδότηση και η υποστελέχωση του ΕΣΥ συνεχίζεται. Ο νόμος «Πλεύρη-Γκάγκα» αποτυπώνει με ακρίβεια τη διάθεση της ΝΔ να συρρικνώσει το δημόσιο σύστημα προς όφελος των ιδιωτικών συμφερόντων. Η πρόσφατη ιδιωτικοποίηση των ογκολογικών τμημάτων των νοσοκομείων Παίδων είναι ενδεικτική και αποτελεί τον προπομπό για την ιδιωτικοποίηση και άλλων δημόσιων κλινικών και νοσοκομείων. Επίσης, αν και δε το δηλώνουν ανοιχτά, προετοιμάζονται για μια νέα τετραετία καταργήσεων και συγχωνεύσεων νοσοκομείων.
Παραθέτω δήλωση του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Αλέξη Τσίπρα: «Η συμπληρωματική λειτουργία του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα δεν είναι ένα ταμπού για μας». Τι εννοεί ακριβώς ο κ. Τσίπρας και πως θεωρεί ο ΣΥΡΙΖΑ ότι πρέπει να συνυπάρχουν δημόσιο και ιδιώτες την υγεία;
Η υγεία αποτελεί το βασικότερο αγαθό και η απρόσκοπτη πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας προς κάθε πολίτη. Δεν πρόκειται για ευχολόγιο ή απόσπασμα από έκθεση ιδεών, αλλά για κοινωνικό συμβόλαιο που αθετείται ολοένα και περισσότερο από την πλευρά των συντηρητικών κυβερνήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, χρειαζόμαστε ένα ισχυρό δημόσιο και δωρεάν σύστημα υγείας που θωρακίζει υγειονομικά τη χώρα, εξαλείφει τις ανισότητες και προσφέρει ποιοτικές υπηρεσίες σε όλες και όλους. Μεταξύ αυτών, οι ευπαθείς ομάδες, οι οικονομικά αδύναμοι και σε όσοι ζουν σε απομακρυσμένες περιοχές.
Αυτή είναι η αντίληψή μας στο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και αυτό σκοπεύουμε να πράξουμε ως πολιτική δύναμη που επενδύει στις δημόσιες πολιτικές, λογοδοτώντας στην ίδια την κοινωνία, στο υγειονομικό προσωπικό, στους ασθενείς και τις οικογένειες τους. Βέβαια, αυτό δε σημαίνει πως θα καταργήσουμε τον ιδιωτικό τομέα. Αντίθετα, θα εξετάσουμε τη συνεπικουρική λειτουργία του και θα επεξεργαστούμε κανόνες που διασφαλίζουν την ποιότητα των υπηρεσιών και αποτρέπουν τις ολιγοπωλιακές καταστάσεις.
Όμως αυτό είναι κάτι άλλο σε σχέση με το σχέδιο της ΝΔ, η οποία χρησιμοποιεί την απαξίωση του ΕΣΥ ως πρόσχημα για περαιτέρω εκχωρήσεις στον ιδιωτικό τομέα. Είμαστε ξεκάθαροι, ειδικά όταν πρόκειται για τη βελτίωση και τη διατήρηση ενός υψηλού επιπέδου υγείας στην κοινότητα.
Μένοντας στο θέμα των ιδιωτικοποιήσεων, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ καταγγέλλει προσπάθειες ιδιωτικοποίησης της Κοινωνικής Ασφάλισης.Θεωρείτε ότι υπάρχει ένα οργανωμένο σχέδιο στους τομείς υγείας και κοινωνικής ασφάλισης και ποιο μοντέλο πιστεύει ο ΣΥΡΙΖΑ ότι είναι το ενδεδειγμένο τόσο για την βιωσιμότητα των ταμείων όσο και για τη διασφάλιση ποιοτικών παροχών στους ασφαλισμένους;
Παρόμοια με την υγεία και την περίθαλψη, η ΝΔ προχώρησε σε απαξίωση του δημόσιου ασφαλιστικού συστήματος, αμφισβητώντας έμπρακτα τον διανεμητικό του χαρακτήρα και καταλύοντας τη βασική αρχή της «αλληλεγγύης των γενεών». Στο πλαίσιο αυτό παραχώρησε την επικουρική ασφάλιση σε ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες, σε βάρος των ασφαλισμένων, των συνταξιούχων, των εργαζομένων, αλλά και των νέων που καταδικάζονται σε εργασιακή και ασφαλιστική επισφάλεια.
Από την πλευρά μας υπερασπιζόμαστε τη δημόσια ασφάλιση και διαφωνούμε κάθετα με τη δημιουργία του ΤΕΚΑ για τους νέους ασφαλισμένους, το οποίο λειτουργεί με κεφαλαιοποιητικό σύστημα. Στόχος μας είναι να καταστεί η ιδιωτική ασφάλιση συμπληρωματική, ακολουθώντας τις καλές ευρωπαϊκές πρακτικές στα θέματα κοινωνικής ασφάλισης και υγείας. Για το λόγο αυτό δεσμευόμαστε να επαναφέρουμε τη 13η σύνταξη, την οποία νομοθετήσαμε ως κυβέρνηση και κατήργησε εκ νέου η ΝΔ. Επιπλέον, θα επιστρέψουμε αναδρομικά όσα έκρινε αντισυνταγματικά το ΣτΕ αναφορικά με τις περικοπές της κυβέρνησης Σαμαρά σε επικουρικές και δώρα, ενώ θα αυξήσουμε τις συντάξεις εφαρμόζοντας το νόμο 4475 του 2017.
Όσο για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, οι προκλήσεις είναι πολλές. Μάλιστα ως κυβέρνηση καλεστήκαμε να λάβουμε δύσκολες αποφάσεις, δεδομένης και της πίεσης των δανειστών. Μας είναι σαφές πως πρέπει να προχωρήσουμε γρήγορα σε διαρθρωτικές αλλαγές, αντιμετωπίζοντας την υπερβολική γραφειοκρατία και την έλλειψη διαφάνειας στη διαχείριση των πόρων. Ταυτόχρονα, η μείωση της ανεργίας, η αναδιάρθρωση της οικονομίας και η αλλαγή του εργασιακού μοντέλου, είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για ένα βιώσιμο και δίκαιο ασφαλιστικό σύστημα που θα καλύπτει τις κοινωνικές ανάγκες.
Σε τοπικό επίπεδο, πως βλέπετε την κατάσταση στα δύο νοσοκομεία των Ιωαννίνων ;
Στην περιοχή μας έχουμε την τύχη να υπάρχουν δύο μεγάλα νοσοκομεία, που εξακολουθούν να παρέχουν πολύ υψηλού επιπέδου υπηρεσίες. Η δουλειά που κάνει το προσωπικό είναι καταπληκτική, πολλές φορές ξεπερνώντας τον εαυτό του λόγω των δυσκολιών και των ελλείψεων που αυξάνουν μέρα με τη μέρα. Αν και καλύπτουν ανάγκες εκατοντάδων χιλιάδων ασθενών, τα νοσοκομεία δοκιμάζονται από τη σταδιακή υποστελέχωση και την έλλειψη μόνιμου προσωπικού, τις συνεχείς συνταξιοδοτήσεις, τη μείωση του αριθμού των τακτικών εξωτερικών ιατρείων και τις καθυστερήσεις στα χειρουργεία και τις ακτινοθεραπείες.
Τα νοσοκομεία των Ιωαννίνων πρέπει να στηριχθούν έμπρακτα, όπως άλλωστε όλα τα νοσοκομεία της χώρας. Για το σκοπό αυτό έχουμε σχεδιάσει 15.000 μόνιμες προσλήψεις σε βάθος τετραετίας, αύξηση της χρηματοδότησης, επαναφορά της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης των γιατρών, με γενναίες μισθολογικές αυξήσεις. Επίσης προβλέπουμε ενίσχυση των προϋπολογισμών του ΕΣΥκαι του ΕΟΠΥΥ, ώστε να συγκλίνουμε στον ευρωπαϊκό μέσο όρο (7.5% του ΑΕΠ), ενώ έχουμε ήδη παρουσιάσει ένα Εθνικό Σχέδιο Υποδομών Υγείας για την αναβάθμιση των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού.
Στην περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, δημιουργήθηκαν οι ΤΟΜΥ. Ο αριθμός τους βέβαια ήταν τελικά πολύ μικρότερος από ότι είχε σχεδιαστεί. Επίσης το αποτύπωμά τους μέχρι σήμερα δεν μοιάζει να είναι τόσο σημαντικό για την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας. Τι δεν πήγε καλά;
Η μεταρρύθμιση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ) και η ίδρυση των ΤΟΜΥ αποτέλεσαν μια ιδιαίτερα σημαντική πρωτοβουλία. Κύριος στόχος ήταν, και παραμένει, η παροχή ποιοτικών υπηρεσιών σε τοπικό επίπεδο, με παράλληλη αποσυμφόρηση των νοσοκομείων. Στα Ιωάννινα δημιουργήθηκαν και λειτουργούν 6 ΤΟΜΥ, με σημαντική συνεισφορά στον πληθυσμό ευθύνης τους, παρέχοντας αποτελεσματικά φροντίδα στους ασθενείς και προάγοντας την υγεία στον υγιή πληθυσμό. Πρόκειται για μια μεγάλη αλλαγή, η οποία απαιτεί χρόνο και πόρους για να λειτουργήσει με τον τρόπο που σχεδιάστηκε.
Δυστυχώς η κυβέρνηση της ΝΔ παραμέλησε τις ΤΟΜΥ και το θεσμό του προσωπικού γιατρού, υποστηρίζοντας πως η πρωτοβάθμια φροντίδα πρέπει να παρέχεται από ιδιώτες. Ξαναπιάνοντας το νήμα της μεταρρύθμισης, η επόμενη προοδευτική διακυβέρνηση θα ολοκληρώσει την αναβάθμιση της ΠΦΥ. Στις θέσεις μας προβλέπουμε τη συγκρότηση 380 ΤΟΜΥ σε όλη τη χώρα, εμπλέκοντας και ιδιώτες οικογενειακούς γιατρούς-συμβεβλημένους με τον ΕΟΠΥΥ. Ακόμα, κρίσιμη είναι η δικτύωση των ΤΟΜΥ με τις κοινωνικές υπηρεσίες των Δήμων και τις κοινοτικές δομές Ψυχικής Υγείας, στο πλαίσιο της ολοκληρωμένης υγειονομικής και ψυχοκοινωνικής φροντίδας του πληθυσμού.
Στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ γίνεται λόγος για ένα «Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τα Δικαιώματα των Αναπήρων». Εσείς ειδικά έχετε κατά καιρούς δείξει μεγάλη ευαισθησία στο ζήτημα αυτό. Που βρισκόμαστε ως χώρα σήμερα και τι πρέπει να γίνει ώστε οι ανάπηροι συμπολίτες μας να μη συνεχίζουν να βιώνουν ανισότητες σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής τους;
Το πολυδιαφημισμένο «Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τα δικαιώματα των ΑμεΑ» ψηφίστηκε, όμως οι ανάπηροι συμπολίτες μας συνεχίζουν να βιώνουν αποκλεισμούς και ανισότητες. Όλα τα επίσημα στοιχεία και οι μελέτες φανερώνουν πως οι συνθήκες για τους ενήλικες και τα παιδιά ΑμεΑ επιδεινώθηκαν δραματικά τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Η αποϊδρυματοποίηση σταμάτησε, τα ψηφιακά ΚΕΠΑ δε λειτουργούν, οι πιστοποιήσεις, τα επιδόματα και οι συντάξεις καθυστερούν αδικαιολόγητα, ο προσωπικός βοηθός δεν εφαρμόζεται, ενώ αμέτρητα είναι τα κενά και τα προβλήματα στην Ειδική Αγωγή.
Έχοντας πλήρη επίγνωση, αλλά και υποχρέωση να αλλάξουμε προς το καλύτερο την καθημερινότητα των ανάπηρων συνανθρώπων μας, έχουμε επεξεργαστεί μια δέσμη δράσεων σε όλα τα επίπεδα: στο δημόσιο χώρο, στην εργασία, στην κοινωνική, στο ψηφιακό περιβάλλον.
Μεταξύ των μέτρων, η αύξηση του αναπηρικού επιδόματος κατά 20% για 172.000 πολίτες ΑμεΑ, η δωρεάν χορήγηση εργαλείων αξιοπρέπειας (πχ: αμαξίδια, ακουστικά, τεχνητά μέλη), η αναμόρφωση των ΚΕΠΑ με πολλαπλασιασμό των γιατρών και των ειδικοτήτων, ο προσωπικός βοηθός για 70.000 ωφελούμενους, η συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση για την δημιουργία προσβάσιμων γειτονιών με πιλοτική εφαρμογή σε 20 πόλεις. Τέλος, ουσιαστική ενίσχυση της Ειδικής Αγωγής, με κοινωνικο-παιδαγωγική στήριξη και συμπεριληπτικά προγράμματα σπουδών.













