Της Μερόπης Τζούφη*
Η εκπαίδευση και η έρευνα είναι δύο τομείς στους οποίους αποκρυσταλλώνεται το πραγματικό πολιτικό σχέδιο μιας κυβέρνησης. Εκεί αποτυπώνεται αν η γνώση αντιμετωπίζεται ως δημόσιο αγαθό και κοινωνικό δικαίωμα ή ως κόστος προς περιορισμό και ως πεδίο προς ιδιωτικοποίηση, αν δηλαδή το κράτος επενδύει στη συλλογική πρόοδο ή αν παραδίδει κρίσιμες λειτουργίες στην αγορά.
Ο προϋπολογισμός του 2026 για την Παιδεία παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως «ενισχυμένος». Όμως τα πραγματικά δεδομένα αποκαλύπτουν έναν προϋπολογισμό στασιμότητας, υποχρηματοδότησης και συστηματικής απόκλισης από την Ευρώπη, ο οποίος δεν απαντά στις ανάγκες της κοινωνίας, αλλά στις ιδεοληψίες της κυβέρνησης και του στρεβλού μοντέλου ανάπτυξης που υποστηρίζει και υπηρετεί.
Μπορεί το ύψος του προϋπολογισμού του Υπουργείου Παιδείας για το 2026 να ανέρχεται σε 6,76 δισ., έναντι 6,61 δισ. το 2025 (ονομαστική αύξηση 2,3%), όμως ως ποσοστό του ΑΕΠ οι δαπάνες για την Παιδεία μειώνονται από 2,65% σε 2,57%. Με άλλα λόγια, η οικονομία μεγαλώνει, αλλά η δημόσια επένδυση στην εκπαίδευση μικραίνει. Κι αυτό είναι καθαρή πολιτική επιλογή.
Η σύγκριση με την Ε.Έ. είναι αμείλικτη, αφού εκεί ο Μ.Ο. δημόσιας χρηματοδότησης της εκπαίδευσης ανέρχεται στο 4,7% του ΑΕΠ. Η Ελλάδα βρίσκεται σχεδόν στο μισό. Και το ίδιο ισχύει και ως ποσοστό των συνολικών δημόσιων δαπανών. Η Παιδεία στην Ελλάδα αντιστοιχεί μόλις στο 6,15% των δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 9,6%. Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η εικόνα στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, το οποίο για την Παιδεία μειώνεται κατά 17,1%, από 1 δισ. ευρώ το 2025 σε 860 εκατ. ευρώ το 2026. Σε μια περίοδο που τα σχολικά κτίρια είναι γερασμένα, συχνά επικίνδυνα, που οι πανεπιστημιακές υποδομές υπολειτουργούν και που οι εκπαιδευτικές ανισότητες βαθαίνουν, η κυβέρνηση επιλέγει να κόψει από τις δημόσιες επενδύσεις στην εκπαίδευση. Αυτό μεταφράζεται σε λιγότερη ασφάλεια για τα παιδιά, χαμηλότερη ποιότητα στη μάθηση και βαθύτερες κοινωνικές ανισότητες.
Σε όλα αυτά η κυβέρνηση απαντά ότι θα κάνει διορισμούς εκπαιδευτικών. Αν και οι διορισμοί στην εκπαίδευση είναι πάντα θετικοί, η πραγματική εικόνα δείχνει ότι συνολικά για την τριετία 2024-2026 έχουμε 21.780 διορισμούς και 17.260 αποχωρήσεις. Η καθαρή αύξηση μόνιμου προσωπικού είναι μόλις 4.500 εκπαιδευτικοί. Πρόκειται για διορισμούς που απλώς αναπληρώνουν απώλειες, δεν ενισχύουν ουσιαστικά το δημόσιο σχολείο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η κυβέρνηση συνεχίζει τον ανοιχτό πόλεμο με τους εκπαιδευτικούς. Η αξιολόγηση δεν λειτουργεί ως παιδαγωγικό εργαλείο, αλλά ως μηχανισμός πειθάρχησης και συμμόρφωσης. Νεοδιόριστοι εκπαιδευτικοί κρατούνται σε καθεστώς εργασιακής ομηρίας. Ωστόσο, πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Χανίων έκρινε παράνομες τις ανακλήσεις και τις αρνήσεις μονιμοποίησης και επιβεβαίωσε ότι η μονιμοποίηση ολοκληρώνεται αυτοδίκαια μετά τη διετή δοκιμαστική υπηρεσία και δεν σχετίζεται με τη συμμετοχή ή όχι στην αξιολόγηση. Μένει να δούμε αν θα συμμορφωθεί το Υπουργείο με τη Δικαιοσύνη.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σκληρή στην Ειδική Αγωγή. Εκεί όπου το κράτος όφειλε να είναι παρόν από την πρώτη μέρα, επιλέγει τη συστηματική απουσία. Τα κενά σε εκπαιδευτικούς, στην Παράλληλη Στήριξη, σε Ειδικό Εκπαιδευτικό και Βοηθητικό Προσωπικό παραμένουν τεράστια. Οι τοποθετήσεις καθυστερούν μήνες και το προσωπικό φτάνει στα σχολεία μέσα στη σχολική χρονιά. Μαθητές με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες χάνουν πολύτιμο εκπαιδευτικό χρόνο, όχι λόγω «αδυναμιών», αλλά λόγω κρατικής επιλογής. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ΕΕΕΕΚ Αθήνας. Θεσμοθετήθηκε το 2018 και παραμένει ανενεργό επτά χρόνια μετά. Ένα σχολείο-φάντασμα. Και ενώ ο Δήμος Αθηναίων δηλώνει έτοιμος να χρηματοδοτήσει την κατασκευή του, το Υπουργείο Παιδείας επιμένει στην ίδρυση ΕΝΕΕΓΥΛ, αγνοώντας τις πραγματικές ανάγκες των μαθητών. Αυτό δεν είναι απλώς διοικητική ανεπάρκεια. Είναι κοινωνική αδικία και θεσμική εγκατάλειψη των πιο ευάλωτων.
Θα περίμενε κανείς, τουλάχιστον, συνέπεια στο αφήγημα της κυβέρνησης για την Επαγγελματική Εκπαίδευση και Κατάρτιση. Όλο αυτό το διάστημα έχουμε ακούσει πως «αναβαθμίστηκαν τα ΙΕΚ – πλέον ΣΑΕΚ» κι ότι θα αποτελούσαν «εναλλακτική διαδρομή» για όσους κόβονται από τα ΑΕΙ λόγω της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής. Μάλιστα, μόλις τον περασμένο Οκτώβριο, θεσπίστηκαν οι Ακαδημίες Επαγγελματικής Κατάρτισης. Οι αριθμοί όμως λένε την αλήθεια. Ο προϋπολογισμός της Γενικής Γραμματείας Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, Κατάρτισης και Διά Βίου Μάθησης κατακρημνίζεται συστηματικά. Από 84,7 εκατ. ευρώ το 2020, έχουμε φτάσει μόλις στα 43 εκατ. ευρώ το 2026. Μέσα σε έξι χρόνια, ο προϋπολογισμός σχεδόν υποδιπλασιάστηκε. Πώς ακριβώς αναβαθμίζονται τα ΣΑΕΚ όταν μειώνονται οι πόροι; Πώς θα λειτουργήσουν οι νέες Ακαδημίες χωρίς επαρκή χρηματοδότηση, προσωπικό και υποδομές; Πώς θα συνεχίσουν τα ΕΠΑΛ να προσφέρουν επαρκή εκπαίδευση και εργασιακή προοπτική;
Η κυβέρνηση μιλά για «δεύτερες ευκαιρίες», αλλά αφαιρεί τις υλικές προϋποθέσεις για αξιοπρεπή επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση.
Όσον αφορά στον τομέα της Έρευνας, αποκαλύπτεται η πλήρης απουσία στρατηγικού οράματος από την κυβέρνηση. Η Ελλάδα εξακολουθεί να δαπανά κάτω από 1,5% του ΑΕΠ για Έρευνα και Ανάπτυξη, όταν ο ευρωπαϊκός στόχος είναι το 3%. Η χώρα επενδύει συστηματικά λιγότερο στη γνώση, στην καινοτομία και στο επιστημονικό της δυναμικό από τους ευρωπαίους εταίρους της. Αντί η κυβέρνηση να ενισχύσει σταθερά τη δημόσια έρευνα και να τη συνδέσει οργανικά με τα πανεπιστήμια, προχώρησε τα προηγούμενα χρόνια στην αποσύνδεσή της από το Υπουργείο Παιδείας και σήμερα επιστρέφει με νέα αφηγήματα περί «αλλαγής πίστας» και νέων υπουργείων. Όμως δύο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η έρευνα και η ανώτατη εκπαίδευση πρέπει να βρίσκονται σε ενιαίο θεσμικό πλαίσιο, με συνοχή, συνέχεια και μακρόπνοο σχεδιασμό, όχι σε καθεστώς διοικητικού πειραματισμού. Χωρίς σταθερή δημόσια χρηματοδότηση, χωρίς αξιοπρεπείς όρους εργασίας για τους ερευνητές, χωρίς προοπτική ακαδημαϊκής εξέλιξης, το brain-drain δεν ανακόπτεται. Και η έρευνα δεν μπορεί να υποκατασταθεί ούτε από αποσπασματικά προγράμματα ούτε από συμπράξεις που λειτουργούν με κριτήρια της αγοράς. Διότι είναι δημόσιο αγαθό, όχι εργαλείο marketing.
Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση φέρνει νέες ρυθμίσεις και για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, «στριμωγμένες» σε νομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομίας που βρίσκεται στην Επιτροπή. Έναν μόλις χρόνο μετά την ψήφιση του νόμου για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια και την καταπάτηση του Άρθρου 16 του Συντάγματος, το αφήγημα των «αυστηρών προϋποθέσεων» καταρρέει και αντικαθίσταται από χαλαρότερους όρους, διευρυμένες εξαιρέσεις και «δεύτερες ευκαιρίες». Ο κ. Πιερρακάκης, τότε ως Υπουργός Παιδείας, διαβεβαίωνε ότι θα έρθουν στην Ελλάδα πανεπιστήμια διεθνούς κύρους. Μιλούσε για Harvard και Yale και παρουσίαζε λίστες. Δεν ήρθε κανένα. Και αντί για κορυφαία πανεπιστήμια, η κυβέρνηση φέρνει σήμερα ένα ακόμη πιο χαλαρό πλαίσιο, που επιτρέπει την ίδρυση ΝΠΠΕ με μία μόνο Σχολή, ένα μοντέλο «της μίας Σχολής και του ενός ορόφου». Θεσπίζει μηχανισμό «δεύτερης ευκαιρίας» για ιδρύματα που απορρίφθηκαν από την ΕΘΑΑΕ, χωρίς νέες εγγυήσεις, χωρίς ουσιαστικό κόστος, ακόμη και αναδρομικά. Πρόκειται για παραρτήματα-βιτρίνες, με ελάχιστες ακαδημαϊκές απαιτήσεις και περιορισμένο έλεγχο. Ένα πλαίσιο που δεν θυμίζει ανώτατη εκπαίδευση, δεν διασφαλίζει ποιότητα και υπονομεύει ευθέως το δημόσιο πανεπιστήμιο.
Η Νέα Αριστερά υποστηρίζει πως η Παιδεία και η Έρευνα δεν είναι δαπάνες προς περικοπή ούτε πεδία για πειραματισμούς της αγοράς. Είναι δικαίωμα κοινωνικό, δημοκρατικό θεμέλιο και αναγκαία προϋπόθεση για μια βιώσιμη, δίκαιη και συμπεριληπτική ανάπτυξη. Είναι ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία φροντίζει το μέλλον της και μειώνει τις ανισότητες, αντί να τις αναπαράγει. Ο προϋπολογισμός του 2026 δεν υπηρετεί αυτή την ανάγκη. Δεν επενδύει στη γνώση, δεν στηρίζει τους εκπαιδευτικούς, τους ερευνητές και τους νέους ανθρώπους. Δεν θωρακίζει το δημόσιο σχολείο, το δημόσιο πανεπιστήμιο και τη δημόσια έρευνα. Δεν συγκλίνει καν με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αντίθετα, παρατείνει την υποχρηματοδότηση και παγιώνει την απαξίωση, ενώ την ίδια στιγμή η κυβέρνηση έχει ανοίξει τον δρόμο στην ιδιωτικοποίηση και στη μετατροπή της εκπαίδευσης σε εμπόρευμα.
Παλεύουμε και διεκδικούμε ένα ισχυρό, καθολικό και ποιοτικό δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα, από την προσχολική ηλικία έως την ανώτατη εκπαίδευση και την έρευνα. Πιστεύουμε σε μια Πολιτεία που επενδύει στη γνώση, στηρίζει τους ανθρώπους της εκπαίδευσης και της επιστήμης και εγγυάται ίσες ευκαιρίες για όλες και όλους, ανεξάρτητα από κοινωνική προέλευση και το εισόδημα. Και με αυτή τη βαθιά πολιτική και αξιακή διαφωνία, αποφασίσαμε να καταψηφίσουμε τον προϋπολογισμό του 2026.
*Η Μερόπη Τζούφη είναι βουλευτής Ιωαννίνων της Νέας Αριστεράς













