Την δική του εκδοχή, μετά την δημόσια καταγγελία της Ένωσης Ιατρών Νοσοκομείων Ηπείρου και γιατρών της Κλινικής, για όσα συμβαίνουν στην Ογκολογική Κλινική του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων παραθέτει σε μακροσκελή απάντηση ο Διευθυντής της, Αναπληρωτής Καθηγητής Ογκολογίας Στέργιος Μπούσιος. Η δημόσια αντιπαράθεση είναι μια σοβαρή υπόθεση που αφορά τους πολίτες και ιδιαίτερα του ογκολογικούς ασθενείς που δέχονται τις υπηρεσίες της και σίγουρα δεν είναι ότι καλύτερο για μα τέτοια μονάδα. Ωστόσο, ο αντίλογος μπορεί να συμβάλλει στην εξαγωγή ασφαλέστερων συμπερασμάτων, έστω κι αν διαπιστώνεται διάσταση απόψεων για τον τρόπο λειτουργίας.
Οι καταγγελίες που δημοσιοποιήθηκαν από την ΕΙΝΗ και από πέντε ογκολόγους έκαναν λόγο για επικίνδυνες αλλαγές στη λειτουργία της κλινικής, υπερεργασία και παρεμβάσεις στο ιατρικό έργο. Από την άλλη πλευρά, ο Διευθυντής της Κλινικής Στέργιος Μπούσιος, με την χθεσινή εκτενή απάντησή του χθες απορρίπτει κατηγορηματικά τις αιτιάσεις, κάνοντας λόγο για «ψευδή δεδομένα» και για αντίδραση στην προσπάθεια εκσυγχρονισμού της Κλινικής.
Οι καταγγελίες των γιατρών και της ΕΙΝΗ
Η υπόθεση ξεκίνησε όταν πέντε ειδικευμένοι ογκολόγοι της Κλινικής απέστειλαν αναφορά προς τη διοίκηση του ΠΓΝΙ, την Ιατρική Σχολή, το Επιστημονικό Συμβούλιο και άλλους θεσμικούς φορείς, στην οποία περιγράφουν σοβαρά προβλήματα λειτουργίας.
Οι γιατροί υποστηρίζουν ότι οι συνθήκες εργασίας έχουν γίνει οριακές και ότι το υπάρχον προσωπικό αδυνατεί να ανταποκριθεί στον τεράστιο αριθμό ασθενών που εξυπηρετεί η μονάδα. Παράλληλα εξέφραζαν έντονη ανησυχία ότι ο τρόπος οργάνωσης που επιχειρείται να εφαρμοστεί μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα της ιατρικής φροντίδας.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΕΙΝΗ και τις αναφορές των γιατρών, τα κυριότερα προβλήματα που καταγγέλλονται είναι:
l αποστολή email από πρόσωπο εκτός νοσοκομείου που φέρεται να δίνει οδηγίες για τη λειτουργία της κλινικής
l παρεμβάσεις στις θεραπευτικές αποφάσεις των θεραπόντων ιατρών
l αύξηση των ραντεβού στα εξωτερικά ιατρεία με προκαθορισμένο χρόνο εξέτασης
l λειτουργία ιατρείου νέων περιστατικών μόνο από ειδικευόμενους γιατρούς
l προτάσεις για τηλεφωνική παρακολούθηση ασθενών που λαμβάνουν θεραπεία από το στόμα
l τροποποίηση του προγράμματος εργασίας με τρόπο που – όπως υποστηρίζουν – αυξάνει την επιβάρυνση του προσωπικού.
Οι γιατροί υποστηρίζουν ότι αυτές οι πρακτικές δημιουργούν εμπόδια στην άσκηση της ιατρικής σύμφωνα με την επιστημονική δεοντολογία και ενδέχεται να επηρεάσουν την ασφάλεια των ασθενών.
Η απάντηση του Διευθυντή της Κλινικής
Στις καταγγελίες απάντησε με εκτενή ανακοίνωση ο διευθυντής της Πανεπιστημιακής Ογκολογικής Κλινικής, Στέργιος Μπούσιος, ο οποίος κάνει λόγο για μια «πρωτοφανή παρέμβαση» από συναδέλφους του, με την αποστολή εξώδικου εναντίον του.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι οι καταγγελίες περιλαμβάνουν «ανακριβή στοιχεία και ψευδή δεδομένα» και ότι δημιουργούν λανθασμένες εντυπώσεις στην κοινωνία.
Ο κ. Μπούσιος αναφέρεται επίσης στην επαγγελματική του πορεία στο εξωτερικό, στο επιστημονικό έργο που έχει αναπτύξει και στα κίνητρα που, όπως επισημαίνει, τον οδήγησαν στον επαναπατρισμό του και στην ανάληψη της θέσης στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων.”Το κίνητρο του επαναπατρισμού μου, εδράζεται σε αυτή ακριβώς την εγγενή μου ανάγκη να αρθεί ο αρνητισμός και η τοξικότητα του μικροπεριβάλλοντος της ΠΟΚ και να επανενταχθεί στον Ογκολογικό χάρτη της Ελλάδας και της Ευρώπης, προς όφελος της τοπικής μας κοινωνίας”, αναφέρει χαρακτηριστικά.
Παράλληλα απαντά αναλυτικά στα ζητήματα που τέθηκαν από τους συναδέλφους του, παρουσιάζοντας τη δική του ερμηνεία για τις αλλαγές που έχουν εφαρμοστεί στη λειτουργία της κλινικής, την οργάνωση των εξωτερικών ιατρείων, τη διαχείριση των περιστατικών και τις διαδικασίες εκπαίδευσης και συνεργασίας.
Στην τοποθέτησή του ο κ. Μπούσιος περιγράφει την κατάσταση που, όπως υποστηρίζει, παρέλαβε όταν ανέλαβε τη διεύθυνση της κλινικής τον Απρίλιο του 2025.
Κατά τον ίδιο, η κλινική τα προηγούμενα χρόνια χαρακτηριζόταν από έντονη εσωστρέφεια και από μια στρατηγική που απέφευγε τον εκσυγχρονισμό της λειτουργίας της, τη συνεργασία με άλλα ογκολογικά κέντρα στην Ελλάδα και το εξωτερικό, την ανάπτυξη ερευνητικών δραστηριοτήτων, τη συμμετοχή σε κλινικές δοκιμές νέων φαρμάκων, τη δημιουργία πολυεπιστημονικών ογκολογικών συμβουλίων και τη συστηματική εκπαίδευση φοιτητών και ειδικευόμενων.
Υποστηρίζει επίσης ότι οι αλλαγές που επιχειρούνται έχουν στόχο ακριβώς να αντιμετωπίσουν αυτή την κατάσταση και να εντάξουν την κλινική σε σύγχρονα διεθνή πρότυπα λειτουργίας.
Τα επίμαχα σημεία
Αναφορικά με τα σημεία που έθεσε η ΕΙΝΗ ο κ. Μπούσιος απαντά ένα προς ένα.
1. Η «OncologyBusinessChangeManager», ήταν συνεργάτιδά μου στην Αγγλία με ειδίκευση στον επιχειρησιακό ανασχεδιασμό δομών εξωτερικών ιατρείων. Δεδομένου ότι, όπως προανάφερα, η συγκεκριμένη ενέργεια αποτελεί προτεραιότητα στο πλαίσιο των αλλαγών που κρίνω επιβεβλημένες, αποτάθηκα σε μία τεχνοκράτη με την οποία πραγματοποίησα έναν αρχικό σχεδιασμό. Η εν λόγω συνεργάτιδα, έστειλε ένα έως δύο ηλεκτρονικά μηνύματα με απολύτως επαγγελματικό τρόπο, εξ ονόματός μου, με περιγραφή του αρχικού πλάνου, προτροπή για ανταλλαγή απόψεων – γεγονός που καταρρίπτει την τοποθέτηση των συναδέλφων ιατρών του ΕΣΥ της ΠΟΚ περί λήψης αποφάσεων εν αγνοία τους – και αναγνώριση και επιβράβευση του παραγόμενου έως τότε έργου τους.
2. Η αιτίαση περί «γενικευμένης τακτικής/τροποποίησης της θεραπείας που λαμβάνουν οι ασθενείς» αποτελεί επαίσχυντο ψέμα. Ουδέποτε έγινε και επιφυλάσσομαι επί παντός νομίμου δικαιώματός μου. Εάν δε, με τη διατύπωση «γενικευμένη τακτική», οι συνάδελφοι ιατροί του ΕΣΥ της ΠΟΚ υπονοούν τις «κατευθυντήριες οδηγίες» και υπαινίσσονται ότι αυτές μπορούν και να παραβλέπονται, τότε διατηρώ σοβαρές επιφυλάξεις για τις ιατρικές αποφάσεις που αυτοί λαμβάνουν.
3. Η επίκληση ότι πρότεινα την εξαίρεση των ασθενών που υποβάλλονται σε επικουρική αντικαρκινική θεραπεία από ιατρικό ραντεβού στα εξωτερικά ιατρεία, είναι απολύτως ανακριβής. Σε συζήτηση με μία εκ των συνάδελφων ιατρών του ΕΣΥ της ΠΟΚ, της περιέγραψα ότι υπάρχουν υποομάδες ασθενών στους οποίους ο απαιτούμενος χρόνος εξέτασης στα εξωτερικά ιατρεία μπορεί να είναι συντομότερος έναντι άλλων, η δε διαδικασία μπορεί να πραγματοποιείται από ειδικευόμενο ιατρό που θα αναλαμβάνει τη συνταγογράφηση αυτών των θεραπειών. Η γενίκευση και παραποίηση μεμονωμένης συζήτησης, και η ανάδειξή της σε γεγονός που απέφερε λήψη στρατηγικής απόφασης, είναι επικίνδυνη και εκπορεύεται με σκοπιμότητα
4. Συμβαίνει συχνά, οι συνάδελφοι ιατροί του ΕΣΥ της ΠΟΚ, να ζητούν από τις γραμματείς που είναι επιφορτισμένες με την κατανομή των ασθενών με προγραμματισμένα ραντεβού, να παρέμβω στη διαδικασία, προκειμένου να εξισορροπηθεί ο όγκος δουλειάς, για τον οποίο διαμαρτύρονται. Έχω λοιπόν αναφέρει στις γραμματείς ότι παγκοσμίως, ο κατά προσέγγιση προβλεπόμενος χρόνος των ραντεβού στα εξωτερικά ιατρεία Ογκολογικών τμημάτων είναι 20 λεπτά για ασθενείς υπό θεραπεία ή παρακολούθηση και 45 λεπτά για νεοδιαγνωσμένους ασθενείς. Αν αυτό αμφισβητείται, τότε η ΠΟΚ έχει να διανύσει πολλά βήματα μέχρι να προσεγγίσει τον τρόπο λειτουργίας των αντίστοιχων δομών του δυτικού κόσμου.
5. Η περιγραφή του τρόπου λειτουργίας των εξωτερικών ιατρείων νεοδιαγνωσμένων περιστατικών είναι ανακριβής. Είναι σημαντική τομή, με οφέλη στην εκπαίδευση των ειδικευόμενων ιατρών που εκτίθενται σε μια απαιτητική υποομάδα ασθενών, τους οποίους ενημερώνουν για τη διάγνωσή τους, τη θεραπευτική στρατηγική, τις ανεπιθύμητες ενέργειες των θεραπειών και την πρόγνωση της νόσου. Δεν αναφέρθηκε ωστόσο, ότι τις Δευτέρες έχω θεσπίσει συνάντηση των ειδικευόμενων ιατρών με το διευθυντή της ΠΟΚ, προκειμένου να συζητούνται τα νεοδιαγνωσμένα περιστατικά που επίκεινται με προγραμματισμένα ραντεβού εντός των επόμενων εβδομάδων.
6. Για τα περί «δημιουργίας κέντρου τηλεφωνικών ραντεβού», παραπέμπω στο σημείο 3. Δεν τέθηκε σε αυτή τη χρονική συγκυρία σε εφαρμογή, ωστόσο αποτελεί συνηθισμένη πρακτική στο εξωτερικό και το επιχείρημα των συναδέλφων ιατρών του ΕΣΥ της ΠΟΚ ότι δε μπορεί να λειτουργήσει τοπικά, δε με πείθει.
7. Σχετικά με τη μηνιαία εναλλαγή των συναδέλφων ιατρών του ΕΣΥ της ΠΟΚ, διευκρινίζω καταρχάς ότι ουδέποτε επικαλέστηκα ότι αυτό είναι «καινοτόμο σχέδιο», όπως μου αποδίδεται στο εξώδικο. Απεναντίας, πρόκειται για μια παγιωμένη τακτική από συστάσεως της ΠΟΚ. Περιέγραψα πολλές φορές στους συναδέλφους ιατρούς του ΕΣΥ της ΠΟΚ και ενημέρωσα εγγράφως και το Διοικητή του ΓΠΝΙ, ότι η εφαρμογή του συγκεκριμένου σχεδίου αποσκοπεί στην εξασφάλιση συνέχειας στη φροντίδα των ογκολογικών ασθενών, στη βελτίωση του κλινικού συντονισμού και της λογοδοσίας, στον ορθότερο σχεδιασμό και υλοποίηση της θεραπείας των νοσηλευόμενων ασθενών, στη μείωση του διοικητικού και λειτουργικού φόρτου που προκύπτει από τις διαρκείς εναλλαγές του υπεύθυνου θεράποντα ιατρού και εν τέλει, εναρμονίζεται με τις διεθνείς πρακτικές αναγνωρισμένων ογκολογικών και Πανεπιστημιακών κέντρων αριστείας.














