ΑΝΗΣΥΧΗΤΙΚΗ Η ΑΥΞΗΣΗ ΣΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ
Στοιχεία που δείχνουν ότι το φαινόμενο της βίας μεταξύ ανήλικων όχι μόνο δεν είναι κάτι που βλέπουμε στις οθόνες της τηλεόρασής μας και αφορά την Αθήνα και την Θεσσαλονίκη, αλλά είναι ήδη εδώ στα Γιάννενα παρουσιάστηκαν στη διάρκεια ημερίδας που οργάνωσε ο Δικηγορικός Σύλλογος Ιωαννίνων.
Η Αστυνόμος Β’ και επικεφαλής του Γραφείου Προστασίας Ανηλίκων Χριστίνα Ρίζου στην ομιλία της αναφέρθηκε σε ορισμένα περιστατικά τονίζοντας ότι τον Απρίλιο του 2023, σύμφωνα με τα στατικά στοιχεία, τα ανήλικα θύματα στην περιοχή ήταν μηδενικά ενώ υπήρξαν έξι ανήλικοι δράστες για τα αδικήματα των κλοπών και της οπαδικής βίας.
Ένα χρόνο μετά, τον Απρίλιο του 2024, έχουμε ήδη πέντε ανήλικα θύματα σε περιστατικά βίας και 12 ανήλικους δράστες για τα αδικήματα των σωματικών βλαβών αλλά και της επίθεσης εναντίον αστυνομικών.
Προ ημερών ένα κορίτσι απευθύνθηκε στο Γραφείο Προστασίας Ανηλίκων στην Ασφάλεια Ιωαννίνων για να καταθέσει ότι από την αρχή της σχολικής χρονιάς ζούσε τον εκφοβισμό από άλλον μαθητή του ίδιου σχολείου, άλλο κορίτσι κατέθεσε για τον εκφοβισμό που βίωνε από παρέα κοριτσιών με αποτέλεσμα να μην θέλει πλέον να παρακολουθεί τα μαθήματα, παιδάκια εννέα και δέκα χρονών «έπαιξαν» ξύλο σε Δημοτικό Σχολείο των Ιωαννίνων, ήταν ορισμένες από τις περιπτώσεις του τελευταίου διαστήματος που επέλεξε να αναφερθεί η κ. Ρίζου.
Από την πλευρά της η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ιωαννίνων Σπυριδούλα Σταυράτη η οποία εκτελεί και καθήκοντα εισαγγελέα ανηλίκων σημείωσε ότι μπορεί το νομικό πλαίσιο για την πρόληψη της παραβατικότητας ανηλίκων να υπάρχει, όμως στην πράξη δεν μπορεί να εφαρμοστεί.
Μεταξύ των άλλων έχει προβλεφθεί η δημιουργία σε κάθε δήμο Ομάδων Προστασίας Ανηλίκων οι οποίες μπορούν να επιληφθούν αυτεπάγγελτα, κατόπιν καταγγελίας και κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας.
Σε τοπικό επίπεδο το βάρος για την παιδική προστασία σηκώνει το Κοινοτικό κέντρο ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων που λειτουργεί στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο. Ωστόσο είναι στελεχωμένο με μόλις τέσσερις παιδοψυχιάτρους οι οποίοι καλύπτουν την Ήπειρο και την Κέρκυρα.
«Όσοι ασχολούνται με την παιδική προστασία ξεπερνούν τα όρια τους.. Αν αυτό δε συμβεί δεν θα υπήρχε παιδική προστασία» ανέφερε χαρακτηριστικά η κ. Σταυράτη.
Η παραβατική συμπεριφορά που αναπτύσσουν οι ανήλικοι αφορά κυρίως σε χρήση ναρκωτικών, κλοπές, σχολική βία, παραβάσεις του νόμου περί προσωπικών δεδομένων, ενώ το τελευταίο διάστημα υπάρχουν πολλά περιστατικά παιδικής πορνογραφίας, κάτι που διαφαινόταν από χρόνια όμως δεν αντιμετωπίστηκε έγκαιρα.
«Τον τελευταίο χρόνο έχουμε να αντιμετωπίσουμε περιπτώσεις παιδιών Δημοτικού τα οποία «παίζουν» ξύλο στο σχολείο και όχι μόνο» ανέφερε η Εισαγγελέας η οποία υπογράμμισε την ανάγκη συμβουλευτικής για τους γονείς, τουλάχιστον για όσους δείχνουν ενδιαφέρον γιατί υπάρχει και μία κατηγορία αδιάφορων αλλά και μία ακόμη που «τραμπουκίζει» είτε τους εκπαιδευτικούς στο σχολείο, είτε τις αρχές.
Το προφίλ
Η επιθετικότητα αποτελεί ίδιον της εφηβείας και οι ειδικοί εξηγούν πως υπό προϋποθέσεις θεωρείται φυσιολογική. Παρ’ όλα αυτά, η εμπλοκή σε βίαιους καυγάδες και η συμμετοχή σε εκφοβισμό άλλων εφήβων, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για επαναλαμβανόμενα περιστατικά, αποτελούν ένδειξη (ψυχο)κοινωνικής παθολογίας. Οι δε επιπτώσεις τους για τους εφήβους που εμπλέκονται -είτε από την μεριά του θύτη είτε/και από εκείνη του θύματος- είναι σημαντικές και παραμένουν κατά την ενηλικίωση.
Υπάρχουν αναφορές ότι οι ανήλικοι που προχωρούν σε επιθέσεις και προκαλούν βίαια περιστατικά, προέρχονται από ένα περιβάλλον που “δεν τους λείπει τίποτα”, αλλά ψάχνουν για κάποια “συγκίνηση”. Ένα ενδιαφέρον εύρημα της έρευνας δείχνει επίσης πως οι έφηβοι από οικογένειες υψηλότερου οικονομικού επιπέδου αναφέρουν σε υψηλότερο ποσοστό ότι ενεπλάκησαν πρόσφατα σε βίαιους καυγάδες.
Δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ των τριών οικονομικών επιπέδων αναφορικά με τον σχολικό εκφοβισμό. Ωστόσο, οι έφηβοι από οικογένειες υψηλότερου οικονομικού επιπέδου αναφέρουν σε υψηλότερο ποσοστό (συγκριτικά με τους εφήβους οικογενειών μέσου οικονομικού επιπέδου) ότι ασκούν σε άλλους ηλεκτρονικό εκφοβισμό.
Οι έφηβοι από οικογένειες χαμηλότερου οικονομικού επιπέδου αναφέρουν σε υψηλότερα ποσοστό (συγκριτικά με αυτούς από οικογένειες μέσου οικονομικού επιπέδου) ότι υπέστησαν εκφοβισμό με χρήση άσχημων χαρακτηρισμών για την εθνικότητα, τη φυλή και το χρώμα του δέρματος και τη θρησκεία τους.














