Κατά τη συζήτηση του Προϋπολογισμού 2026 στην Ολομέλεια της Βουλής, η βουλευτής Ιωαννίνων της Νέας Αριστεράς, Μερόπη Τζούφη, άσκησε σφοδρή κριτική στις κυβερνητικές επιλογές για την εκπαίδευση και την έρευνα, τονίζοντας ότι ο προϋπολογισμός αποτυπώνει μια συνειδητή πολιτική υποχρηματοδότησης και ιδιωτικοποίησης.
Όπως ανέφερε, παρά τις κυβερνητικές διακηρύξεις περί «ενίσχυσης», οι δημόσιες δαπάνες για την Παιδεία μειώνονται ως ποσοστό του ΑΕΠ, διευρύνοντας περαιτέρω την απόσταση της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Παράλληλα, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για την Παιδεία καταγράφει δραστική μείωση (-17%), γεγονός που επιβαρύνει τις σχολικές και πανεπιστημιακές υποδομές και εντείνει τις εκπαιδευτικές ανισότητες.Κλείνοντας, η Μερόπη Τζούφη ξεκαθάρισε ότι η Νέα Αριστερά υπερασπίζεται τη δημόσια Παιδεία και Έρευνα ως κοινωνικά δικαιώματα και δημοκρατικά θεμέλια και, για τον λόγο αυτό, καταψηφίζει τον κρατικό Προϋπολογισμό 2026.
Σφοδρή και τεκμηριωμένη κριτική στην κυβερνητική πολιτική για την Υγεία άσκησε η κ. Τζούφη, απαντώντας και στην τοποθέτηση του Υπουργού Υγείας Άδωνη Γεωργιάδη.
Όπως τόνισε, «παρακολουθήσαμε ακόμη μία παράσταση με τα νούμερα να ευημερούν, αλλά τους λειτουργούς της υγείας και τους ασθενείς να υποφέρουν», υπογραμμίζοντας ότι η πολιτική που ακολουθείται οδηγεί σε διάλυση τις δημόσιες δομές υγείας και σε εργασιακή και μισθολογική εξουθένωση του προσωπικού.
Η Μερόπη Τζούφη επισήμανε ότι τα επίσημα στοιχεία του ΟΟΣΑ και της Eurostat διαψεύδουν το κυβερνητικό αφήγημα. Η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό ακάλυπτων αναγκών υγείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση λόγω κόστους ή πρόσβασης, φτάνοντας το 12,2%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι μόλις 2,5%. Το ποσοστό αυτό υπερβαίνει το 13,4% όσον αφορά την πρόσβαση σε ιατρική εξέταση και θεραπεία, με τη χώρα να βρίσκεται πίσω μόνο από την Αλβανία.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αποστελέχωση του ΕΣΥ. Όπως σημείωσε, μετά από έξι χρόνια διακυβέρνησης της ΝΔ, το μόνιμο προσωπικό της Υγείας έχει μειωθεί από 79.122 εργαζόμενους τον Ιούλιο του 2019 σε 71.684 σήμερα, ενώ μόνο την τριετία 2024-2026 οι αποχωρήσεις εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν τους 7.100 εργαζόμενους.














