Μπορεί η Ήπειρος (και ευτυχώς με μόνο ένα μεμονωμένο κρούσμα στη Βαλανιδορράχη Πρέβεζας) να μην απώλεσε ζωικό κεφάλαιο εξαιτίας της ευλογιάς των αιγοπροβάτων, όπως συμβαίνει σε άλλες περιφέρειες, ωστόσο τα τελευταία χρόνια χάνει διαρκώς έδαφος τόσο στον αριθμό εκμεταλλεύσεων, άρα και αριθμού ζώων, αλλά και στις παραγόμενες ποσότητες γάλακτος και κρέατος. Μέσα σε ένα έτος έχασε 1.625 κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις (πρόβατα, αίγες, βοοειδή, χοιρινά) και από αυτές οι 1.356 αφορούν προβατοειδή.
Το “καμπανάκι” έχει χτυπήσει προ πολλού, τα κοπάδια μειώνονται δραματικά, οι νέοι δεν συνεχίζουν την οικογενειακή παράδοση και σε συνδυασμό με τα σοβαρά προβλήματα λόγω του αυξημένου κόστους διατήρησης των μικρότερων εκμεταλλεύσεων καταγράφεται μια καθοδική πορεία. Ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα για την πορεία της κτηνοτροφίας στην Ήπειρο αποτυπώνουν τα στοιχεία για τις κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις του 2025, σε σύγκριση με το 2024.
Οι αριθμοί δείχνουν ότι μέσα σε έναν μόλις χρόνο η Ήπειρος έχασε 1.625 κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις στις τέσσερις βασικές κατηγορίες ζωικού κεφαλαίου: βοοειδή, αιγοειδή, προβατοειδή και χοιροειδή.
Το σύνολο των εκμεταλλεύσεων από 7.689 το 2024 περιορίστηκε στις 6.064 το 2025. Πρόκειται για μείωση που ξεπερνά το 21%, γεγονός που σημαίνει ότι περίπου μία στις πέντε εκμεταλλεύσεις δεν εμφανίζεται πλέον στα στοιχεία της επόμενης χρονιάς.
Η μεγαλύτερη αριθμητική απώλεια εντοπίζεται στα προβατοειδή, έναν κλάδο που αποτελεί παραδοσιακά τη ραχοκοκαλιά της ηπειρώτικης κτηνοτροφίας και συνδέεται άμεσα με την παραγωγή γάλακτος, τυριών και προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Οι εκμεταλλεύσεις με προβατοειδή μειώθηκαν από 4.758 το 2024 σε 3.402 το 2025. Δηλαδή χάθηκαν 1.356 εκμεταλλεύσεις μέσα σε έναν χρόνο, αριθμός που αντιστοιχεί στο 83% περίπου της συνολικής μείωσης που καταγράφεται στην Ήπειρο.
Η πτώση στα πρόβατα φτάνει το 28,5%, στοιχείο που δείχνει ότι το πλήγμα δεν είναι περιφερειακό ή περιορισμένο, αλλά αφορά τον βασικό κορμό της κτηνοτροφικής παραγωγής της περιοχής.
Μικρότερη, αλλά επίσης σημαντική, είναι η μείωση στις εκμεταλλεύσεις με αιγοειδή. Από 1.788 το 2024 υποχώρησαν στις 1.655 το 2025, δηλαδή 133 λιγότερες εκμεταλλεύσεις. Η ποσοστιαία μείωση ανέρχεται στο 7,4%.
Στα βοοειδή, οι εκμεταλλεύσεις μειώθηκαν από 1.019 σε 927, με απώλεια 92 μονάδων και ποσοστιαία υποχώρηση 9%. Αν και η πτώση είναι μικρότερη σε σχέση με την αιγοπροβατοτροφία, επιβεβαιώνει ότι η πίεση διαπερνά το σύνολο σχεδόν της κτηνοτροφικής δραστηριότητας.
Η πιο έντονη ποσοστιαία μεταβολή καταγράφεται στη χοιροτροφία. Οι εκμεταλλεύσεις με χοιροειδή περιορίστηκαν από 124 σε μόλις 80, δηλαδή μειώθηκαν κατά 44 μέσα σε έναν χρόνο. Το ποσοστό της πτώσης φτάνει το 35,5%, το υψηλότερο μεταξύ όλων των κατηγοριών.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η κρίση στην κτηνοτροφία της Ηπείρου έχει δύο όψεις. Από τη μία, η μεγάλη αριθμητική απώλεια στα προβατοειδή, που αλλάζει το μέγεθος και τη δυναμική του πιο χαρακτηριστικού κλάδου της περιοχής. Από την άλλη, οι υψηλές ποσοστιαίες απώλειες σε μικρότερους τομείς, όπως η χοιροτροφία, που δείχνουν πόσο ευάλωτες είναι πλέον ολόκληρες παραγωγικές δραστηριότητες.
Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το αυξημένο κόστος παραγωγής, τις τιμές των ζωοτροφών, την έλλειψη εργατικών χεριών, τη γήρανση του αγροτικού πληθυσμού και τη δυσκολία διαδοχής στις οικογενειακές εκμεταλλεύσεις. Όταν όλα αυτά συνδυάζονται, το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή εγκατάλειψη της δραστηριότητας, κυρίως από μικρές και μεσαίες μονάδες που αδυνατούν να αντέξουν οικονομικά.
Για την Ήπειρο η υποχώρηση της κτηνοτροφίας, όταν την περίοδο 2020-2024 εγκατέλειψαν το επάγγελμα 1.000 παραγωγοί και μειώθηκε από 56.000 τόνους σε 48.000 τόνους η παραγωγή γάλακτος, δεν αποτελεί μόνο αγροτικό ή επαγγελματικό ζήτημα. Αφορά την τοπική οικονομία, τη μεταποίηση, την παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων, τη διατήρηση της ζωής στα χωριά και συνολικά την ταυτότητα της περιοχής.
Οι αριθμοί του 2025 λειτουργούν ως προειδοποίηση. Αν η τάση αυτή συνεχιστεί, η Ήπειρος κινδυνεύει να χάσει ένα σημαντικό μέρος της παραγωγικής της βάσης, σε έναν τομέα που επί δεκαετίες στήριξε το εισόδημα της υπαίθρου και τροφοδότησε ισχυρές αλυσίδες αξίας στην τοπική οικονομία.
Το ζητούμενο πλέον δεν είναι απλώς η καταγραφή της μείωσης, αλλά η διαμόρφωση πολιτικών που θα κρατήσουν ζωντανή την κτηνοτροφία: με μείωση του κόστους παραγωγής, στήριξη των νέων κτηνοτρόφων, πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία, ενίσχυση των υποδομών και σύνδεση της παραγωγής με την τοπική μεταποίηση και την αγορά.
Η Ήπειρος εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρή κτηνοτροφική παράδοση. Τα στοιχεία, όμως, δείχνουν ότι η παράδοση από μόνη της δεν αρκεί για να κρατήσει όρθιο τον κλάδο.














